• Έκτοπη Κύηση

    Μία από τις πιο σοβαρές και συχνά απειλητικές για τη ζωή παθήσεις που καλείται να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει ένας γυναικολόγος, είναι η εξωμήτρια ή έκτοπη κύηση. Σε μια φυσιολογική κύηση το έμβρυο “προωθείται” στη μήτρα και συγκεκριμένα στην ενδομήτρια κοιλότητα, όπου και εμφυτεύεται. Αντιθέτως, στην έκτοπη κύηση το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται εκτός του ενδομητρίου. Η πιο συχνή θέση εντόπισης της εξωμητρίου εγκυμοσύνης είναι η σάλπιγγα , ενώ πιο σπάνια μπορεί να είναι στις ωοθήκες ή αλλού στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Σπανιότερα  μπορεί να έχουμε την ταυτόχρονη ύπαρξη ενδομήτριας και εξωμήτριας κύησης, παθολογική κατάσταση που καλείται ετερότοπη κύηση.

    Τα αίτια που μπορεί να προκαλέσουν έκτοπη κύηση ποικίλλουν. Διάφορες παθήσεις, όπως ανατομικές ανωμαλίες διάπλασης των σαλπίγγων, φλεγμονές της πυέλου ( σαλπιγγίτιδες,  κυρίως γονοκοκκικής και χλαμυδιακής αιτιολογίας ),  προηγηθείσες επεμβάσεις στην πύελο, ενδομητρίωση, προηγηθείσα έκτοπη κύηση, χρήση ενδομήτριων σπειραμάτων, μπορούν να προκαλέσουν ολική ή μερική απόφραξη και μεταβολή στη λειτουργικότητα των σαλπίγγων , με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτή η μετάβαση του εμβρύου στη φυσιολογική του θέση, δηλαδή στο ενδομήτριο.

     

    Η διάγνωση

    Η διάγνωση της έκτοπης κύησης και ειδικότερα στα αρχικά στάδια δεν είναι εύκολη γιατί τα συμπτώματά της είναι τα ίδια με μιας φυσιολογικής ενδομήτριας κύησης (καθυστέρηση περιόδου με θετικό τεστ κύησης και , ίσως, κάποιες ασαφείς κοιλιακές ενοχλήσεις).

    Η έγκαιρη διάγνωση είναι πολύ σημαντική γιατί μια καθυστέρηση μπορεί να αποβεί απειλητική για τη ζωή της γυναίκας. Έτσι κάθε γυναίκα, επί θετικού τεστ κυήσεως, πρέπει να απευθύνεται στο γυναικολόγο για να διαπιστωθεί αν η κύηση είναι ενδομήτρια ή μη.

    Ο ποσοτικός προσδιορισμός της β-HCG σε συνδυασμό με τη διακολπική υπερηχογραφία και την κλινική εξέταση τις περισσότερες φορές βάζουν τη διάγνωση της έκτοπης κύησης: στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης, όπου η ενδομήτρια κύηση δεν μπορεί να αποδειχθεί υπερηχογραφικά, η β-HCG πρέπει περίπου να διπλασιάζεται σε χρονικό διάστημα 48 ωρών σε μια φυσιολογική ενδομήτριο κύηση . Αντίθετα,  μια μικρότερη αύξηση ή σταθεροποίηση των τιμών σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο είναι ενδεικτικά , αλλά όχι αποδεικτικά, μιας έκτοπης κύησης.

    Η ερμηνεία των υπερηχογραφικών ευρημάτων πάντως , σε  συνδυασμό με τις τιμές της β-HCG, είναι καθοριστική στα “χέρια” του έμπειρου γυναικολόγου.. Η αναγνώριση  “μαζών” στα εξαρτήματα συσχετίζεται με την εξωμήτρια κύηση και, στην περίπτωση που συνυπάρχει και καρδιακή λειτουργία εντός αυτών, η διάγνωση της εξωμήτριας κύησης θεωρείται βέβαιη.

     

    Η αντιμετώπιση

    Η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική, φαρμακευτική ή χειρουργική. Η φαρμακευτική θεραπεία γίνεται κυρίως με τη χορήγηση μεθοτρεξάτης (μιας ουσίας που παρεμποδίζει τη σύνθεση του DNA στο αναπτυσσόμενο έμβρυο) , αν πληρούνται ορισμένες κλινικές προύποθέσεις .

    Η χειρουργική αντιμετώπιση έγκειται στην αφαίρεση του εξωμήτριου κυήματος και στην περίπτωση της σαλπιγγικής κύησης συνήθως μιλάμε για σαλπιγγεκτομή- αφαίρεση ολόκληρης της σάλπιγγας, η οποία άλλωστε δύσκολα θα είναι λειτουργική μετά την εξωμήτριο κύηση. Αυτή  μπορεί να γίνει είτε λαπαροσκοπικά είτε με ανοικτό χειρουργείο (λαπαροτομία).

    Τέλος να σημειωθεί ότι γυναίκες με ιστορικό έκτοπης κύησης έχουν αυξημένο κίνδυνο κατά 8%-25% να ξαναέχουν έκτοπη κύηση στο μέλλον, κάτι που πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη στην προσέγγιση της ασθενούς.

Κλείστε Ραντεβού με τον Ιατρό σας